Καρυώτικα καλαμπούρια

Στο 18ο φύλλο της εφημερίδας μας »Καρυα» έγραψα, ότι οι Κα-ρυώτες {όπως οι κάτοικοι όλων των χωριών) αρέσκονται να χρησιμοποιούν συχνό το καλαμπούρι, το χωρατό, το χιούμορ, όπως λέγεται διεθνώς, για να πειράζουν, να προκαλούν το γέλιο, να επιδεικνύουν οξύ πνεύμα και για να διασκεδάζουν (εδώ το ρήμα με την έννοια του διασκορπίζω, διαλύω, αποδιώχνω τις λύπες σύμφωνα με το λεξικό της Πρωίας και το λεξικό Πάπυρος Λαρούς) τη φτώχεια τους, τον πόνο τους, την κα-κορίζικη ζωή τους, αλλά και με την έννοια του να ευθυμούν.
Στο φύλλο εκερ/ο είχα γράψει μια σύντομη αστεία στιχομυθία μεταξύ του Φίλιππα Δελή (πατέρα μου) και του Κωστή Μποζιονέλου (Χράπα).

Σήμερα θα προσπαθήσω να αποδώσω όσο μου επιτρέπουν οι δυνάμεις μου ένα άλλο τέτοιο έξυπνο, εύθυμο, λεπτό καλαμπούρι του μακαρίτη του μπάρμπα Τάκη του Μαυρό-γιαννη. Είναι φοβερά δύσκολο να ε-παναδιηγηθεί κανείς το καλαμπούρι κάποιου, ο οποίος με τις κινήσεις του, τις συσπάσεις του προσώπου του, τη χροιά της φωνής του το κάνει γνήσιο, αυθεντικό ενώ η επαναδιήγη-ση αλλοιώνει ένα μέρος από την πρωταρχική ομορφιά του. Θα έλεγα, ότι είναι σαν τη μετάφραση ενόςποι-ήματος-καλλιτεχνήματος σε άλλη γλώσσα, που όσο καλή και πιστή μετάφραση να κάνει ο μεταφραστής, δε θα αποδίδει το εκατό τοις εκατό του πρωταρχικού, του γνήσιου, του αυθεντικού.
Πρέπει να ήταν αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν ως επίτροπος (ταμίας) της εκκλησίας μας ανέλαβε ο μπάρμπα-Νικολής ο Δελής (Μποξάς). Ο άνθρωπος από υποχρέωση, όπως όλοι οι συγχωριανοί και αφιλοκερδώς ανέλαβε να αγοράζει τα κεριά, να επιβλέπει την καθαριότητα, να σβήνει τα κεριά, να πληρώνει τη μητρόπολη και γενικά να έχει για ένα δυο χρόνια την εποπτεία όλων των αναγκαίων για την εύρυθμη λειτουργία της εκκλησίας.

Την ίδιο εποχή πονύξιος λειτουργός ο αείμνηστος και ανεπανάληπτος παπα-Χρήστος Λάμπας.
Θα είχε περάσει κάνας χρόνος και κάποιες κακές γλώσσες, ως συνήθως, άρχισαν να ψιθυρίζουν, ότι τάχα ο Νικολής δεν κάνει καλά τα καθήκοντα του, ότι ως επίτροπος εκτελεί πλημμελώς τα καθήκοντα του και το ακόμη χειρότερο άφηναν υπόνοιες για ατασθαλίες στα οικονομικά της εκκλησίας, ότι τάχα του «μένουν» λεπτά και αγοράζειχωράφια (ο άνθρωπος είχε πάρει πολύ πιο πριν κάνα δυο στρέμματα λιθαρότοπο στο Βρουκολιό εκεί που σήμερα έχει ο γιος του ο Χρήστος τα δίδυμα μαντριά) και παντρεύει τα παιδιά του κ.λπ. κλπ.
Την υπεράσπιση του Μπόξο, για να αποδειχθεί το κακόβουλο των σπερμολογιών, ανέλαβε αυτόκλητος

και αφιλοκερδώς ο μπάρμπα- Τάκης ο Μαυρόγιαννης, του οποίο το σκεπτικό είχε ως εξής:
Λένε μερικοί εδώ οτο χωριό, ότι του Νικολή του «μένουν» λεπτά από την εκκλησιά. Εγώ, μπορώ να σας αποδείξω, ότι δεν του μένει δραχμή {τότε είχαμε τις δραχμές) και ouvo/e ζε:
Προχθές Κυριακή, ήταν μια μέτρια Κυριακή. Οι εισπράξεις από κεριά και δίσκο ήταν μόλις 31 δραχμές. Το κερί είχε 0,50 λεπτά της δραχμής. Κάποιοι μπρούκληδες έριχναν και ολόκληρη (!) για να έχουν πιο ευνοϊκή μεταχείριση από τον Αγιάννη μας. και από το δίσκο κάποια δεκάλεπτα και εικοσάλεπτα της δρχ. Σύνολο είπαμε 31 δρχ. Εγώ {μπάρμπα Τάκης) με το Σπύρο Βασιλάκο-Κουνάβα καθόμασταν στου Αργύρη Κοτταρά (Ρούλη). Μόλις τελείωσε η λειτουργία ήρθε και ο παπα-Χρήστος με το Νικολή {επίτροπο). Σε λίγο να, σου και ο κουμπάρος ο Βασίλης Παπασωτηρίου {Τσιμπουκλάρας). Γίναμε πέντε. Φωνάζουμε τον Αργύρη και μας φτιάχνει λίγη συκωταριά, λίγο ψωμί, κάτι μισό-κιλα κρασί. Τσίμπα και πιες και άλλο ένα κιλό κρασί και κάνα κρασί μέχρι τη μία η ώρα. Αργύρη, φέρε το λογαριασμό. Τον φέρνει. 17 δραχμές. Τα πλήρωσε ο καημένος ο Νικολής. Φεύγουμε από του Αργύρη και ανηφορίζοντας φτάνουμε στου Μητσιούλη. Καθόμαστε πάλι, Μητσιούλη, φτιάξε

μας λίγο μεζέ και φέρε κάνα κιλό κρασί. Τα ίδια και εδώ, τσίμπα και πιες με την κουβέντα, πληρώνει στη σούμα πάλι ο Νικολής άλλες 15 δραχμές. Χωρίς να το καταλάβουμε έφτασε τέσσερις η ώρα. Σηκωνόμαστε και από του Μητσιούλη οι πέντε και σιγά σιγά ανηφορίζουμε και φτάνουμε στου Φίλιππα Δελή το μαγαζί. Ξάδερφε, κουμπάρε γεια σου. (Φιλ.) Ευλόγησε πάτερ, καλώς τα παιδιά.
Φίλιππα για βάλε μας πέντε μαστίχες και μια δική σου και λίγο αργότερα άλλες πέντε και ξανά. Στο μεταξύ έρχεται και ο Κωστής Δενέζης {Β ρέστης) με τον ξάδερφο του το Νικολή και το Μήτσιο Βάη. Φίλιππα (λέω εγώ) κέρασε τα παιδιά ένα κιλό κρασί.
Και πες το ένα, πες το άλλο βράδιασε. Φίλιππα, το λογαριασμό. Πάλι ο καημένος ο Νικολής πλήρωσε 7 δραχμές.
Λογαριάστε λέει ο Μπάρμπα Τάκης: 17 δρχ. στου Αργύρη και 15 στου Μητσιούλη και 7 στου Φίλιππα, σύνολο 39.
Ο άνθρωπος, ο Μπόξας, μάζεψε στην εκκλησία (ως ταμίας) με το ζόρι 31 δραχμές και πλήρωσε στα τρία μαγαζιά 39 δραχμές (ευτυχώς είχε κλείσει ο Μπαραμάς!). Δηλαδή, πλήρωσε ο άνθρωπος καιαπότην τσέπη του άλλες 8 δραχμές!!!
Πού να του «μείνουν» λεπτά του ανθρώπου!! (άδικα τον κατηγορούν)

Θεόδωρος Δελής